
<< «Θα οδηγήσω εγώ» είχε πει ο Αργύρης και είχε κάτσει στο τιμόνι. Οδηγούσε. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά, το κλίμα είχε χαλάσει κι εγώ νύσταζα. Σχεδόν κοιμόμουνα. Κοιμόμουνα. εικόνες. Γλυκό ταρακούνημα. Βράδυ. Τελειώνεις το σχολείο. Βάζω ένα μπουφάν για μαξιλάρι. Βολεύομαι τέλεια. Κλείνω. Μάτια. Ανοίγω. Μυαλό. Τελειώνεις το σχολείο, λες να ησυχάσεις από όλους αυτούς που σου κάθονται στο σβέρκο και σου λένε τι να πιστεύεις, τι να γνωρίζεις, τι να σκέφτεσαι, τι να μαθαίνεις και πώς να το μαθαίνεις. Ξυπνάς το πρωί, πας στη δουλειά κι είναι διάφοροι τύποι που σου λένε τι να κάνεις, πώς να φέρεσαι, πώς να ντύνεσαι, πώς να είσαι, για να βγάλουν εξαιτίας σου –και με την ανοχή σου- περισσότερα λεφτά, είναι τα’ Αφεντικά. Γυρίζεις στο σπίτι, φωνάζουν οι γονείς, βουίζουν τ’ αυτιά σου, σου λένε θα πεθάνουν, εσύ θα τους πεθάνεις, αν δε μάθεις να φέρεσαι, να ντύνεσαι, να σκέφτεσαι, να είσαι όπως θέλουν Αυτοί. Πας στους φίλους σου, μια από τα ίδια, όλο τα ίδια και τα ίδια και τα ίδια και τα ίδια, τρέχουμε και δεν φτάνουμε, γύρω γύρω όλοι και στη μέση εμείς. Πας στα μπαρ, βαριέσαι που ζεις, δυνατή μουσική, την αγνοείς, δεν έχει στίχους, δεν έχει κέφι, δεν έχει διέξοδο, σου λέει να χορεύεις, μόνο να χορεύεις, να κάθεσαι σαν μαλάκας χωρίς να μιλάς, μόνο να χορεύεις και να κοιτάς, να κοιτάς, να κοιτάς, να κοιτάς, τις γκόμενες, χαμένες τελείως, κοιτάνε σαν χαζές, τι φταίνε κι αυτές; το παίζουνε κάτι που δε θα γίνουν ποτέ, πώς θα γίνει να βρεις μια γυναίκα που να μην κοιτάει σαν χαζή; ο έρωτας τι είναι; είναι να φέρεσαι σαν χαζός, όχι να είσαι. Χαμόγελα ψεύτικα, ματιές από μακριά, μπούτια, βυζιά, χείλια υγρά, όλο υποσχέσεις, μηδέν προοπτικές, μηδέν ηθικό, για να πλησιάσεις στα δέκα μέτρα θέλεις μια ντουζίνα προφυλακτικά. Πας σπίτι, ανάβεις τηλεόραση, διάφοροι απίστευτοι μαλάκες σου πετάν την άποψή τους, σου λένε τι να κάνεις, πώς να γελάς, πώς να περνάς, πώς να γαμάς, κάτι τενεκέδες, αν είναι δυνατόν, είναι σαν ψεύτικοι, σαν εφιάλτης, είναι γύρω μας, μπροστά μας, πίσω μας, μέσα μας, κάτω μας, τους πατάμε. έι, εσύ, κολλητέ, με το ωραίο κοστούμι και το αφασία στυλ, καλά, είσαι κι ο πρώτος, γαμώ τα άτομα, πώρωση, πάουερ, γουάου, όλο ρωτάς, όλο ρωτάς, να ρωτήσω κι εγώ μια στιγμή; Πόσο κάνεις; Ο αδερφός σου δουλεύει στην τράπεζα, έχει γκόμενα, θα παντρευτούνε, θα κάνουνε παιδιά, θα κάνουν σκυλιά, θα κάνουν βίντεο, και σπίτι, και κινητά, και αυτοκίνητα, να κάνουν, να κάνουν, να κάνουν ό,τι θέλουν, να κάνουν και άκρη να περάσω, δεν μπορώ εδώ, πνίγομαι, και πού να πας που να μην είναι έτσι, αφού παντού είναι έτσι: αφεντικά, αντιβηχικά, μπάτσοι, δάσκαλοι, γονείς, τηλεόραση, μαλάκες με μικρόφωνα, «Τι έχετε να δηλώσετε;». «Δηλώστε μας κάτι». «Κάντε μας μια δήλωση», «Τι θα μας δηλώσετε;», έχω να δηλώσω ότι σας βαρέθηκα, δεν πάει άλλο, από εδώ και μπρος θα ‘χετε να κάνετε μαζί μου, προσέχτε, μιλάω σοβαρά, θα κάνω το ντου και θα ψάχνεστε κι άντε μετά να τρέχουν οι μπάτσοι να με βρουν, μες στη δυστυχία τους και αυτοί, μηδέν προοπτική, μηδέν ηθικό, μολότοφ στη μάπα τους, τις πετάνε πίσω, τι να κάνουν δηλαδή; όλοι μια παρέα είμαστε. Και να πέθαινε αύριο κάνα δυο δισεκατομμύρια κόσμος, μπορεί και να μη μ’ ένοιαζε, μπορεί και να μ’ ένοιαζε, δεν ξέρω, πάντως αν πέθαινα εγώ δεν θα ένοιαζε κανέναν, εδώ που τα λέμε έχω πεθάνει, οπότε τι να χάσω; Τα μπαρ τα συνοικιακά με τα ποτά από αργό πετρέλαιο και τους ηλίθιους στην πόρτα; «Πρέπει να συνοδεύεστε», τι λε’, ρε; εγώ είμαι μόνος μου, δε θέλω συνοδείες, δε θέλω κηδείες, δε θέλω αηδίες, θέλω μόνο να ξέρω ότι είσαι κάπου και να ξέρω ότι μ’ αγαπάς, αγαπάς, αγαπάς, αγαπάς, απίστευτη λέξη και μάλιστα χωρίς προφυλάξεις, όμως είσαι εκεί; υπάρχεις; αν είσαι, θα σε βρω, εκατό τα εκατό, χίλια τα εκατό, και θα ‘μαστε μαζί και θα περνάμε καλά και λοιπά και λοιπά και λοιπά και λοιπά. Και μετά ξύπνησα, μέσα στον ύπνο μου. Δεν υπάρχουν όνειρα. Μόνο ξύλο στα γήπεδα και στους δρόμους και στο σπίτι, στο σχολείο, στη δουλειά, ξύλο παντού, μέχρι να καταλάβουν όλοι αυτοί με τα κολάρα ότι δεν κάνουμε δηλώσεις, δεν κάνουμε εκπτώσεις, ούτε παραχωρήσεις, μπορούμε να είμαστε πολύ σκληροί και θα είμαστε, δηλαδή δεν ξέρω άλλους, μόνος μου είμαι, θα βρω όμως, δε θα βρω; θα βρω και θα δείτε, μέχρι τότε κοιμηθείτε ήσυχοι, εγώ θα σας σκεπάζω τα βράδια, μη μου κρυώσετε και πάθετε τίποτα και εξαφανιστείτε σαν τους δεινοσαύρους από μόνοι σας. Κρατάτε γερά. Πρέπει να προλάβω να σας εξαφανίσω προτού εξαφανιστώ εγώ. >>
Μετά από κάποιον καιρό σιωπής η μόνη φωνή που βρήκα είναι δανεική, αλλά τη νιώθω τόσο δική μου που καθόλου δεν με νοιάζει, όσους τόκους κι αν έχει, αν έχει. Είναι ένας εκκωφαντικός ψίθυρος από τα Χαστουκόψαρα του Λένου Χρηστίδη κι αν πρέπει να ξεπληρώσω κάποιον τόκο αυτήν τη στιγμή είναι στη φίλη που μου άνοιξε τα αυτιά στον ψίθυρο αυτό υποσχόμενη πως στην επόμενη βόλτα μας προς τη θάλασσα θα ξεχάσω να πάρω μαζί μου τις κακές αναμνήσεις που λέγαμε.
ΓΝΩΣΤΟΣ ΑΓΝΩΣΤΟΣ ο καιρός και φοβάμαι….






