Κυριακή, 08 Μαρτίου 2009

ΓΝΩΣΤΟΣ ΑΓΝΩΣΤΟΣ

<< «Θα οδηγήσω εγώ» είχε πει ο Αργύρης και είχε κάτσει στο τιμόνι. Οδηγούσε. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά, το κλίμα είχε χαλάσει κι εγώ νύσταζα. Σχεδόν κοιμόμουνα. Κοιμόμουνα. εικόνες. Γλυκό ταρακούνημα. Βράδυ. Τελειώνεις το σχολείο. Βάζω ένα μπουφάν για μαξιλάρι. Βολεύομαι τέλεια. Κλείνω. Μάτια. Ανοίγω. Μυαλό. Τελειώνεις το σχολείο, λες να ησυχάσεις από όλους αυτούς που σου κάθονται στο σβέρκο και σου λένε τι να πιστεύεις, τι να γνωρίζεις, τι να σκέφτεσαι, τι να μαθαίνεις και πώς να το μαθαίνεις. Ξυπνάς το πρωί, πας στη δουλειά κι είναι διάφοροι τύποι που σου λένε τι να κάνεις, πώς να φέρεσαι, πώς να ντύνεσαι, πώς να είσαι, για να βγάλουν εξαιτίας σου –και με την ανοχή σου- περισσότερα λεφτά, είναι τα’ Αφεντικά. Γυρίζεις στο σπίτι, φωνάζουν οι γονείς, βουίζουν τ’ αυτιά σου, σου λένε θα πεθάνουν, εσύ θα τους πεθάνεις, αν δε μάθεις να φέρεσαι, να ντύνεσαι, να σκέφτεσαι, να είσαι όπως θέλουν Αυτοί. Πας στους φίλους σου, μια από τα ίδια, όλο τα ίδια και τα ίδια και τα ίδια και τα ίδια, τρέχουμε και δεν φτάνουμε, γύρω γύρω όλοι και στη μέση εμείς. Πας στα μπαρ, βαριέσαι που ζεις, δυνατή μουσική, την αγνοείς, δεν έχει στίχους, δεν έχει κέφι, δεν έχει διέξοδο, σου λέει να χορεύεις, μόνο να χορεύεις, να κάθεσαι σαν μαλάκας χωρίς να μιλάς, μόνο να χορεύεις και να κοιτάς, να κοιτάς, να κοιτάς, να κοιτάς, τις γκόμενες, χαμένες τελείως, κοιτάνε σαν χαζές, τι φταίνε κι αυτές; το παίζουνε κάτι που δε θα γίνουν ποτέ, πώς θα γίνει να βρεις μια γυναίκα που να μην κοιτάει σαν χαζή; ο έρωτας τι είναι; είναι να φέρεσαι σαν χαζός, όχι να είσαι. Χαμόγελα ψεύτικα, ματιές από μακριά, μπούτια, βυζιά, χείλια υγρά, όλο υποσχέσεις, μηδέν προοπτικές, μηδέν ηθικό, για να πλησιάσεις στα δέκα μέτρα θέλεις μια ντουζίνα προφυλακτικά. Πας σπίτι, ανάβεις τηλεόραση, διάφοροι απίστευτοι μαλάκες σου πετάν την άποψή τους, σου λένε τι να κάνεις, πώς να γελάς, πώς να περνάς, πώς να γαμάς, κάτι τενεκέδες, αν είναι δυνατόν, είναι σαν ψεύτικοι, σαν εφιάλτης, είναι γύρω μας, μπροστά μας, πίσω μας, μέσα μας, κάτω μας, τους πατάμε. έι, εσύ, κολλητέ, με το ωραίο κοστούμι και το αφασία στυλ, καλά, είσαι κι ο πρώτος, γαμώ τα άτομα, πώρωση, πάουερ, γουάου, όλο ρωτάς, όλο ρωτάς, να ρωτήσω κι εγώ μια στιγμή; Πόσο κάνεις; Ο αδερφός σου δουλεύει στην τράπεζα, έχει γκόμενα, θα παντρευτούνε, θα κάνουνε παιδιά, θα κάνουν σκυλιά, θα κάνουν βίντεο, και σπίτι, και κινητά, και αυτοκίνητα, να κάνουν, να κάνουν, να κάνουν ό,τι θέλουν, να κάνουν και άκρη να περάσω, δεν μπορώ εδώ, πνίγομαι, και πού να πας που να μην είναι έτσι, αφού παντού είναι έτσι: αφεντικά, αντιβηχικά, μπάτσοι, δάσκαλοι, γονείς, τηλεόραση, μαλάκες με μικρόφωνα, «Τι έχετε να δηλώσετε;». «Δηλώστε μας κάτι». «Κάντε μας μια δήλωση», «Τι θα μας δηλώσετε;», έχω να δηλώσω ότι σας βαρέθηκα, δεν πάει άλλο, από εδώ και μπρος θα ‘χετε να κάνετε μαζί μου, προσέχτε, μιλάω σοβαρά, θα κάνω το ντου και θα ψάχνεστε κι άντε μετά να τρέχουν οι μπάτσοι να με βρουν, μες στη δυστυχία τους και αυτοί, μηδέν προοπτική, μηδέν ηθικό, μολότοφ στη μάπα τους, τις πετάνε πίσω, τι να κάνουν δηλαδή; όλοι μια παρέα είμαστε. Και να πέθαινε αύριο κάνα δυο δισεκατομμύρια κόσμος, μπορεί και να μη μ’ ένοιαζε, μπορεί και να μ’ ένοιαζε, δεν ξέρω, πάντως αν πέθαινα εγώ δεν θα ένοιαζε κανέναν, εδώ που τα λέμε έχω πεθάνει, οπότε τι να χάσω; Τα μπαρ τα συνοικιακά με τα ποτά από αργό πετρέλαιο και τους ηλίθιους στην πόρτα; «Πρέπει να συνοδεύεστε», τι λε’, ρε; εγώ είμαι μόνος μου, δε θέλω συνοδείες, δε θέλω κηδείες, δε θέλω αηδίες, θέλω μόνο να ξέρω ότι είσαι κάπου και να ξέρω ότι μ’ αγαπάς, αγαπάς, αγαπάς, αγαπάς, απίστευτη λέξη και μάλιστα χωρίς προφυλάξεις, όμως είσαι εκεί; υπάρχεις; αν είσαι, θα σε βρω, εκατό τα εκατό, χίλια τα εκατό, και θα ‘μαστε μαζί και θα περνάμε καλά και λοιπά και λοιπά και λοιπά και λοιπά. Και μετά ξύπνησα, μέσα στον ύπνο μου. Δεν υπάρχουν όνειρα. Μόνο ξύλο στα γήπεδα και στους δρόμους και στο σπίτι, στο σχολείο, στη δουλειά, ξύλο παντού, μέχρι να καταλάβουν όλοι αυτοί με τα κολάρα ότι δεν κάνουμε δηλώσεις, δεν κάνουμε εκπτώσεις, ούτε παραχωρήσεις, μπορούμε να είμαστε πολύ σκληροί και θα είμαστε, δηλαδή δεν ξέρω άλλους, μόνος μου είμαι, θα βρω όμως, δε θα βρω; θα βρω και θα δείτε, μέχρι τότε κοιμηθείτε ήσυχοι, εγώ θα σας σκεπάζω τα βράδια, μη μου κρυώσετε και πάθετε τίποτα και εξαφανιστείτε σαν τους δεινοσαύρους από μόνοι σας. Κρατάτε γερά. Πρέπει να προλάβω να σας εξαφανίσω προτού εξαφανιστώ εγώ. >>

 

Μετά από κάποιον καιρό σιωπής η μόνη φωνή που βρήκα είναι δανεική, αλλά τη νιώθω τόσο δική μου που καθόλου δεν με νοιάζει, όσους τόκους κι αν έχει, αν έχει. Είναι ένας εκκωφαντικός ψίθυρος από τα Χαστουκόψαρα του Λένου Χρηστίδη κι αν πρέπει να ξεπληρώσω κάποιον τόκο αυτήν τη στιγμή είναι στη φίλη που μου άνοιξε τα αυτιά στον ψίθυρο αυτό υποσχόμενη πως στην επόμενη βόλτα μας προς τη θάλασσα θα ξεχάσω να πάρω μαζί μου τις κακές αναμνήσεις που λέγαμε.

 

ΓΝΩΣΤΟΣ ΑΓΝΩΣΤΟΣ ο καιρός και φοβάμαι….    

Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2008

Χάρης 1944*


Αλέξης 2008

" Ἤμασταν ὅλοι μαζὶ καὶ ξεδιπλώναμε ἀκούραστα τὶς ὧρες μας
Τραγουδούσαμε σιγὰ γιὰ τὶς μέρες ποὺ θὰ ῾ρχόντανε 
            φορτωμένες πολύχρωμα ὁράματα 
Αὐτὸς τραγουδοῦσε, σωπαίναμε, ἡ φωνή του 
            ξυπνοῦσε μικρὲς πυρκαγιὲς
Χιλιάδες μικρὲς πυρκαγιὲς ποὺ πυρπολοῦσαν τὴ νιότη μας
Μερόνυχτα ἔπαιζε τὸ κρυφτὸ μὲ τὸ θάνατο 
            σὲ κάθε γωνιὰ καὶ σοκάκι
Λαχταροῦσε ξεχνώντας τὸ δικό του κορμὶ νὰ χαρίσει 
            στοὺς ἄλλους μίαν Ἄνοιξη.

Ἤμασταν ὅλοι μαζὶ μὰ θαρρεῖς πῶς αὐτὸς ἦταν ὅλοι.

Μιὰ μέρα μᾶς σφύριξε κάποιος στ᾿ ἀφτί: «Πέθανε ὁ Χάρης»
«Σκοτώθηκε» ἢ κάτι τέτοιο. Λέξεις ποὺ τὶς ἀκοῦμε κάθε μέρα.
Κανεὶς δὲν τὸν εἶδε. Ἦταν σούρουπο. 
Θά ῾χε σφιγμένα τὰ χέρια ὅπως πάντα
Στὰ μάτια του χαράχτηκεν ἄσβηστα ἡ χαρὰ 
            τῆς καινούριας ζωῆς μας
Μὰ ὅλα αὐτὰ ἦταν ἁπλὰ κι ὁ καιρὸς εἶναι λίγος. 
            Κανεὶς δὲν προφταίνει.

...Δὲν εἴμαστε ὅλοι μαζί. Δυὸ τρεῖς ξενιτεύτηκαν
Τράβηξεν ὁ ἄλλος μακριὰ μ᾿ ἕνα φέρσιμο ἀόριστο 
            κι ὁ Χάρης σκοτώθηκε
Φύγανε κι ἄλλοι, μᾶς ᾖρθαν καινούριοι, γεμίσαν οἱ δρόμοι
Τὸ πλῆθος ξεχύνεται ἀβάσταχτο, ἀνεμίζουνε πάλι σημαῖες
Μαστιγώνει ὁ ἀγέρας τὰ λάβαρα. 
            Μὲς στὸ χάος κυματίζουν τραγούδια.

Ἂν μὲς στὶς φωνὲς ποὺ τὰ βράδια τρυποῦνε ἀνελέητα τὰ τείχη
Ξεχώρισες μία: Εἶν᾿ ἡ δική του. Ἀνάβει μικρὲς πυρκαγιὲς
Χιλιάδες μικρὲς πυρκαγιὲς ποὺ πυρπολοῦν 
            τὴν ἀτίθαση νιότη μας
Εἶν᾿ ἡ δική του φωνὴ ποὺ βουίζει στὸ πλῆθος 
            τριγύρω σὰν ἥλιος
Π᾿ ἀγκαλιάζει τὸν κόσμο σὰν ἥλιος 
            ποὺ σπαθίζει τὶς πίκρες σὰν ἥλιος
Ποὺ μᾶς δείχνει σὰν ἥλιος λαμπρὸς τὶς χρυσὲς πολιτεῖες
Ποὺ ξανοίγονται μπρός μας λουσμένες 
            στὴν Ἀλήθεια καὶ στὸ αἴθριο τὸ φῶς. "


*Ποίημα του Μανώλη Αναγνωστάκη

Τρίτη, 16 Σεπτεμβρίου 2008

ΓΙΑΤΙ


Γιατί πονάει η μουσική, όταν της λείπει το γέλιο σου; 

Γιατί, καραβάκι μου, η θάλασσα πνίγεται, όταν δεν την ταξιδεύεις;

Και γιατί όλα τα όνειρα ξυπνάνε εφιάλτες, όταν δεν κρύβεσαι στον ύπνο μου;

Σάββατο, 02 Αυγούστου 2008

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΜΟΥ


Καλοκαίρι μου, φεύγουμε επιτέλους!

Μαζί. Χέρι με χέρι, ψυχή με ψυχή...

Μέσα απ’ τα μάτια σου θέλω να δω τη θάλασσα,

και στο λαιμό σου να φιλήσω την αρμύρα της.

Όπως τόσα άλλα καλοκαίρια

και όμως τόσο διαφορετικά αυτήν τη φορά....  

Τετάρτη, 02 Ιουλίου 2008

ΤΟ ΣΩΜΑ


Αυτό το σώμα
κόκκινο λιβάδι παπαρούνες
που τις μαδάει
περαστικών ερώτων ο αέρας

Αυτό το σώμα
που μυρίζει πυρετό και καταχνιά
δεν έχει πόδια, χέρια ή κεφάλι
Μια αγκαλιά μονάχα η μορφή του
για να κρεμάσει ο χρόνος το φθαρμένο του καπέλο

Αυτό το σώμα
φθαρμένο καπέλο
στο καλοφορεμένο κουστούμι του χρόνου

Το είδες
το άγγιξες
το μύρισες
κι έκρυψες μέσα του τη μνήμη της ανάσας σου μ’ ένα φιλί

Έτσι για να θυμάται πως υπήρξε ζωντανό

Μα ποια ανάμνηση ζωής
ανάστησε ποτέ Λαζάρους

Πες πως δεν είδες
πως δεν άγγιξες
δεν μύρισες

Σάββατο, 14 Ιουνίου 2008

ΜΑΣ ΑΓΑΠΗΣΑΝ


Μας αγάπησαν.
Ποιητές που ακούμπησαν τα λόγια τους στα χείλη μας
Στιγμές
Που μας βοήθησαν πύργους να χτίσουμε στην άμμο
Και φυλλοβόλες αγκαλιές

Μας αγάπησαν.
Τα μακρινά ταξίδια των δακρύων μας
Και η γεμάτη τους βαλίτσα με
υπάρχουν και χειρότερα

Μας αγάπησαν.
Λίγα χρυσάνθεμα χαράς σ’ ένα καλάθι
-να το κρατάς σφιχτά και να προσέχεις-
Στο δρόμο πάντα λύκος

Μας αγάπησαν;
Ή μήπως είναι πλάνη και αυτή
Που κάνει το επιθυμητό πραγματικό;

Παρασκευή, 30 Μαΐου 2008

Η ΠΡΟΔΟΣΙΑ

     Η προδοσία είναι μιά όμορφη, στρογγυλή λέξη. Είναι ένα στραγάλι που κυλάει μέσα στον οισοφάγο σου, όπως ο διάφανος βόλος ενός μωρού κι όταν φτάνει στο στομάχι σου έχει μεταμορφωθεί σε βράχο. Η προδοσία επικοινωνεί με τα μαχαίρια της μνήμης. Που σε σκίζουν αλύπητα κάθε φορά που προσπαθείς να αλιεύσεις μιαν ανάμνηση. Που τραυματίζουν το συρματόπλεγμα που προστατεύει τα μπαμπακένια σου όνειρα. Η προδοσία είναι μια γριά μάγισσα που όταν γελάει φαίνεται η τρύπα στην οδοντοστοιχία της. Της λείπουν δύο τρία δόντια. Σου τα άφησε για να θυμάσαι τον πόνο που πότισε τα απογεύματα του μοναδικού καλοκαιριού της ζωής σου. Είναι τα ίδια δόντια που χρησιμοποίησες για να μασήσεις τις σκληρές φέτες τις ελπίδας που όσο μπαγιατεύει γίνεται ακόμα πιο δύστροπη στην κατάποση. Η προδοσία είναι καλή φίλη. Σε κανακεύει και σου χαϊδεύει τα μαλλιά, είναι πάντα εκεί, σαν την κολλητή σου φιλενάδα που την αγαπάς πάρα πολύ αλλά ας πήγαινε και σπίτι της καμιά φορά! Η προδοσία είναι γλυκιά και κακιά. Πονάει τις περισσότερες φορές. Έχει παρενέργειες. Σου κλέβει διάφορα πράγματα: τον ύπνο από τις νύχτες, τον ήλιο από τις μέρες, το τσιμπιδάκι των φρυδιών από το μπάνιο σου, τα πράσινα δάση που κοιμούνται στην καρδιά σου, Είναι όμως και δίκαιη η προδοσία. Σου χαρίζει κιόλας πράγματα: μια τρύπα στο στομάχι, ένα μονίμως υγρό βλέμμα, μια σύνδεση με διάφορα άψυχα αντικείμενα, την επιθυμία να βάλεις φωτιά σε δημόσια κτίρια, τον πειρασμό να χαράξεις αυτοκίνητα, να κόψεις καλημέρες, να κάνεις δηκτικά σχόλια (μόνο που δεν έχεις ποτέ την ευκαιρία). Με δυο λόγια σε προικίζει με την αμετάβλητη αξία της εκδίκησης. Όλα αυτά τα κάνει η προδοσία. Και τα βράδια που πηγαίνει στα μπαρ φοράει εξώπλατα στενά μπλουζάκια. Αν μύριζε ωραία θα ήταν άπαιχτη γκόμενα. Κρίμα που μυρίζει ψόφιο εμετό, χυμένο απο μέρες



* Το κείμενο είναι της Βάσιας Μπακάκου, γραμμένο με αφορμή την παράσταση "Φαίδρας Έρως" της Sarah Kein που ανέβηκε από τις Νέες Μορφές, πριν από κάποια χρόνια στη Θεσσαλονίκη.

Τρίτη, 20 Μαΐου 2008

ΙΟΥΛΙΕΤΑΣ

Αγάπησα πολύ
Το γιασεμί και τη θάλασσα
Ταξίδεψα απ’ τη μιαν άκρη του δωματίου μου ως την άλλη
Κάνοντας όνειρα
Συνομιλώντας μ’ αστέρια
Γεννήθηκα σε κόσμο όπου τα ρολόγια είχανε χέρια και πρόσωπο
Έπαιξα
Πολύ με τα παραθυρόφυλλα μιας αγκαλιάς
Και πολύ με τα κάγκελα
Έχτισα τοίχους μόνο για να τους γκρεμίσω
Και τους γκρέμισα μονάχα για να τους ξαναχτίσω
Ζητιάνεψα
Για ένα κομμάτι ψυχή
Και μου έδωσαν ξύδι

Αγάπησα πολύ
Το γιασεμί και τη θάλασσα

Πέμπτη, 01 Μαΐου 2008

ΘΗΛΥΚΟ


Γιατί μας όρισε ο Θεός
Από τη γέννηση μας
Άντρας εσύ, γυναίκα εγώ
Υποταγή εγώ κι εσύ η προσταγή μου
Η επιταγή που με εξαργυρώνει

Μωρό μου
Τις αλήθειες τις φοβούνται και οι πέτρες
Εύθραυστες γίνονται μπροστά τους
Την πέτρινη μαγκιά τους χαιρετούν

Να μην ξεχάσω
Να ξεσκονίσω τα παπούτσια σου
Να μην ξεχάσω
Ν’ ακονίσω τη φυγή μου